124sold.gr
     Αρχική
         Forum
          Είσοδος

124sold.gr forum > Ειδικά Θέματα > Τέχνες & Πολιτισμός > Βιβλία Πέντε ποιητές στην Αγορά

Απάντηση στο θέμα
 
Εργαλεία Θεμάτων Τρόποι εμφάνισης
Παλιά 01-08-08, 17:25   #1
Vinyl Break
Μόνιμος Θαμώνας
 
Το avatar του χρήστη Vinyl Break
 
Εγγραφή: 01-10-2006
Ηλικία: 55
Μηνύματα: 3.388
Πέντε ποιητές στην Αγορά

Πέντε ποιητές στην Αγορά - 01 Aug 2008, 17:31
Σοφία Καλαϊτζάκη Παντελοπούλου

Νίκος Μουρίκης

Νίκος Μ. Σιδέρης

Νίκος Καραγεώργος

Ηλίας Γιαννίρης


ΑΝΟΙΧΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΚΥΨΕΛΗΣ



Το πείραμα της Δημοτικής Αγοράς Κυψέλης είναι αρκετά γνωστό. Η ανοιχτή πρόσκληση της Συνέλευσης των κατοίκων για προτάσεις εκδηλώσεων μας οδήγησε στην πρόταση για μια ποιητική βραδιά.
Το Πρόγραμμα-Πρόσκληση έγραφε:
ΚΥΡΙΑΚΗ 25 Φεβρουαρίου 2007.: (7-9 μ.μ.) Πρόσκληση για ένα απόγευμα ποίησης.
Επιλέξτε ένα ποίημα που σας αρέσει ή ένα ποίημα που γράψατε εσείς και ελάτε να το διαβάσετε στην παρέα μας.

Εκείνο το βράδι ήμασταν 25, καθισμένοι τριγύρω στους καναπέδες. Ένας-ένας, μια-μια με τη σειρά αρχίσαμε να διαβάζουμε.
Αποφασίσαμε να προχωρήσουμε σε αυτή την έκδοση περισσότερο για να αποκρυσταλλώσουμε εκείνη την όμορφη βραδιά.
Στο βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας περιέχονται πέντε δημιουργοί, που διάβασαν ποιήματά τους στις 25/2/07.

Σοφία Καλαϊτζάκη Παντελοπούλου


Γεννήθηκε το 1922. Έχει εκδώσει 7 ποιητικές συλλογές, καθώς και ποιήματά της στη Νέα Εστία και σε διάφορα άλλα λογοτεχνικά περιοδικά.


Δεν φταίει ο ήλιος


Δεν φταίει ο ήλιος
Που τα φτερά μας βούλιαξαν
Στο Ικάρειο.


Η αποθέωση μιας άρνησης
Λογχίζοντας την καρδιά τα σύντριψε,
Και ρίχηκαν στο πέλαγος
Τσέρκουλα των κυμάτων.


Ωστόσο επιβιώσαμε: Ασάλευτοι μείναμε στο μουράγιο
Ωσάν των βράχων τα αγάλματα.
Χωρίς ψυχή, χωρίς ταξίδι.
Ορφανέψαμε πολύ πριν μας ορφανέψει η νύχτα...


Πόσο δυνατά βογγάει ο άνεμος.
Είναι η ψυχή μας, που τυφλωμένη
Από την φυγή της
Χτυπιέται επάνω του.
Η ραγισμένη αιθρία των εντός,
Συντριμένη από την εμμονή του νου.



Μπορεί με πολλά λάθη να φεύγωμε,
Πιστεύοντάς τα διεξόδους,
Ή λυγισμένοι από την ηδύτητα της θωπείας των.
Όμως μπορεί και αυτή η απέραντη
Η χωρίς φτερά ορφάνια μας
Να είναι ένα από αυτά.


Μπορεί, τελικά, αποθεώνοντας τα όχι μας
Να επεκτείνωμε ερήμους,
Και την αρχή να γαληχούμε του τέλους,
Πυρπολώντας οάσεις...


Βακτηρία

Χρώματα, ήχοι,
Αφή, της καυτής του αυγουστιάτικου
καταμεσήμερου πέτρας∙
Μυρωδιά βασιλικού και αρμπαρόρριζας,
ψωμί γλυκό σταρένιο∙
Νερό τρεχούμενο κρύσταλλο,
Και το σπίτι αρόδο στο όνειρο.
Η ομορφιά.

Τη γεύτηκα με πόδια γυμνά
Σεργιανίζοντας
Στο καλντερίμι της νειότης.

Τη γεύτηκα χαράζοντας
Στο μουσκεμένο χώμα
Το όνομα της αγάπης.

Τη ρούφηξα χαμόγελο∙
Με μέθυσε σα δάκρυ.

Και μεθυσμένη την κρατώ,
Σα στύλο, σα ξερολιθιά,

Για νΆ ακουμπώ μην πέσω…



Διπλώσαμε το όνειρο…


Διπλώσαμε το όνειρο
Σαν τις παντιέρες
Στο τέλος της γιορτής:
Οι νεροσυρμές μας είχαν συνεπάρει.

Κάποιας θάλασσας το σμίξιμο
Μας φλόγισε
Και τοιχίσαμε τη θωριά μας
Στον ρυθμό της ροής τους
Συντονισμένοι.

Έτσι εκφυλίσαμε την άπλα των οριζόντων
Στο ελάχιστο τόξο
που μπορεί μια τοιχισμένη ματιά
Να διαγράφει μόνη∙

Και τώρα
Στον οριοθετημένο μας ορίζοντα
Πώς να χωρέσει το όνειρο
Του ουρανού παντιέρα,
Και να ανατείλει Κυριακή;

Νίκος Μουρίκης


Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963.
Σπούδασε Μηχανική Διεργασιών στο Πολυτεχνείο Καρλσρούης.
Διδάχθηκε φωτογραφία και αισθητική από τον Πλάτωνα Ριβέλλη και φιλοσοφία από τη Νίκη Οικονομάκη.


Αθήνα


Όμορφη του Μάη σου βροχή Αθήνα
Κάρβουνα τοίχοι δρόμοι λεκέδες
Τα φώτα σαν ρουφούν χάνονται στα σύννεφα
Σειρήνες φορτηγά

Ήθελα πάντα να κρατώ εικόνες άσπρες μαύρες
Μα τώρα ξέρω: η εικόνα έπεται της γόνιμης ματιάς

Απλά το βλέμμα χάιδευε τις μαργαρίτες
Κρυβόταν την οργή του ευκάλυπτου στην τρύπα της ελιάς

Την αποθήκη σίμωνε με τΆ άχρηστα μπαρούτια
Να σμίξει παπαρούνες γιασεμιά

Στον δρόμο τον στενό της λαμαρίνας
Μοναχός ακολουθάς την τυφλή φωνή του τροχονόμου
Μάτια που δεν βλέπουν, δεν αναγνωρίζουν τίποτε
Γνωρίζουν κάθε γωνιά και κάθε σπίτι που θα γκρεμίσουν
¶νθρωποι απρόσβλητοι πίσω από σκοτεινά γυαλιά

Είμαι – μα για ποιον η είδηση; Δε χαρίζω την ζωή
Θέλω να την σφίξω στα μαλλιά σου που συγκρατούν
Την πρώιμη δροσιά
Έτσι περιδιαβαίνω τους χρόνους εγώ και οι κεραίες μου
Κι η λήψη μεταβλητή


Τι θα ήταν η φύση δίχως στατιστική
Όμως κι αυτή ανύπαρκτη στο καλωσόρισες του χάους
Μιλήσαμε για το φαινόμενο της πεταλούδας
Κι η πιο τρανή λογική τι ωφελεί όταν την λένε δέσμη
Τι ωφελούν οι διορατικότεροι στρατηγοί
Όταν στα σχέδιά τους φυλακίζουν τις ώρες μας

Κι η ελπίδα για τους χρόνους που θάρθουν
αναβολή

Αχ, να σήμαινε το τηλέφωνο στο βαθύτερο όνειρο
¶δεια σπίτια, οι άνθρωποι αφουγκράζονται στους δρόμους
Τα φώτα χορευτά στο κάλεσμα του τενεκεδένιου τύμπανου
Ανάβουμε εφημερίδες, καίμε τον αέρα
Και με βιβλία στήνουμε τις σκηνές

Χριστούγεννα στολίζουμε το βιολοντσέλλο

ΕΡΩΤΙΚΟ 2


Φολέγανδρέ μου,
Βράχε μου στο διάβα του καιρού
Εκεί που γίνεται το πέλαγος λίμνη
Περιστοιχισμένη από άκρες και κορφές
Και πάλι η λίμνη γίνεται αντάρα όταν σιμώνεις

Πέρασαν ναύτες κάποτε σε στέρεο σκαρί
Είδαν τΆ αδέλφια σου να λούζονται στην καταχνιά
Είδαν το στερέωμα νΆ αγγίζει τα σγουρά τους κεφάλια
Μα η πυξίδα τους τυφλή

Στάθηκα
Όλα μου τα μάτια σύνορα
Όλα σου τα σύνορα κατακρημνίσεις
Μαύρο βαθύ γαλάζιο γκρίζο και πέτρες άσπρες
Μία μία σμιλεμένες στην καμπούρα του χρόνου
Ένα μωσαικό από φως και σκιές
Δρόμοι σκυφτοί σαν κορυφογραμμές

Βουτάει ο Καραβοστάσης στο κατράμι
Και τα σκαριά αναδύουν την αρμύρα
Η Χώρα κήποι γελαστοί, Φολέγανδρέ μου
Προσκυνητή σου μΆ έταξε του έρωτα η μοίρα

Τι αλαφρά που είναι τα όνειρα στΆ ασβεστωμένα πεζούλια
Σμίγουν εκεί οι φωνές των ανθρώπων με τις φωνές των δέντρων
Έρχονται φεύγουν με καλούν, πώς νΆ αρνηθώ;
Βαθιά μαζί τους χάνομαι στα κύματα στη ζάλη


ΑΝΑΚΩΧΗ


Που νάσαι τώρα; Εσύ βιώνεις τα όνειρα ολονυχτίων μου
Οδυρμών κι υπνοβατώντας χάνεται το ποθητό λιμάνι
Σε ποιον όρμο φυκιόσπαρτο βαφτίζεσαι;
Με ποιαν άμμο ανθεκτική στην πλαστική μας ύλη
Να ψήσεις τα βιτρώ σου και ποια μιλιά να τραγουδήσεις;

Αδιάφορο• ξένοι αυτόχθονες όμοια αναπνέουν στα καταφύγια
Της ζάλης το βομβαστικό βιμπράτο
Όταν οι ψυχές των μισθωτών φαντάρων και των εμπόρων
Του χρυσού νίβονται κατραμόντυτες στο τυρκουάζ του κύματος
ΜΆ αλλοίμονο! Αστράφτει αιμόχαρη του Ψηλορείτη η ράχη
Καθρεπτίζοντας τους πρώτους της εποίκους στα σκληρά γένια
Των γέρων που μοιροψάλλουν γύρω σκυθρωποί

Ένα γαιδούρι στον Ομαλό ακροδιαβαίνει
Βαρύ φορτίο σύκα και άχυρα, ενίοτε χουρμάδες
Μικρή ζωή το χώμα αντικρύζοντας κι ο ιδρώτας καλόδεχτος
Νυχτερική του ευχαρίστηση ο φόβος ερασιάστριων περαστικών
Στη σκιά νεκροταφείου που ο θεός δεν πλησιάζει

Κολώνα του ηλεκτρικού κολώνα του τηλεφώνου παραπατεί
Το τοπίο στους χρόνους, βράχοι και αγριοσυκιές, ημιτελή τείχη
Αιώνια δεσπόζουσα ατσάλινη πανοπλία συνοδεύουν τον πολιτισμό
Και το ταξίδι έχει κλειστή επιστροφή


Διέκοπτε ο αητός το περήφανο πέταγμα για το κυνήγι

Τι διάολε τον έσκιαζε των αρουραίων και των λαγών η οργάνωση,
Τάξη που δεν κατέχει. Μα αν γκρεμιστεί η ανεξήγητη, δε μένει
Ούτε λευτόπτερο ζωής

ΑλλΆ έστω ο χρόνος του είχε δοθεί. Μπορείς από ψηλά να διακρίνεις
Τους ταπεινούς γήϊνους συσχετισμούς; Διαδέχονται αλογόμηλα Βατοπατημένα πρασινόφυλλα που κιτρίνισε το μαράζι
Ατέλειωτοι του εδάφους γκρίζοι πνεύμονες τερμίτες
Πυργιώνουν προς την μεριά του ήλιου κι ανάμεσα
Κοπροσκυλιάζουν τα κορμιά λιγνοάπλωτα των δέντρων

Ίσως προμήνυαν ποτάμια στις όχθες τους αντανακλά μεταλλικό
Το φως γαλάζιο, Πράσινες λίμνες τις στροφές που μέλλονται αχανείς
Κι ο αητός σκονισμένος το ράμφος θα ταπεινώσει
Τις σχέσεις αδιέξοδες κουνολαλώντας θύματος θύτη

Η σκόνη καταλάγιασε, οι κονσερβοπανοπλίες άδειες αράδες
Φτεροτίναξαν μαυροάνθιστες οι γύπες άσφαλτοι της ερήμου
Χωρίζουν της θήρας τόπους μΆ αίμα πτωμάτων
Σαν νεφογκρίζωτες στάχτες χύονται δια του πελάγους
Ιστοαλλοίωτες οσμές, πάλλουν στο δείπνο εν μέσω σποτς
Που τέλος καθημερινό επικρατούν

Πόσες ώρες περιμένουν τα πρεζόνια στο περίπτερο των εξαρχείων
Ο άγγελος καθυστερεί, ντροπιασμένο το βλέμμα αποστρέφεται
Απελπισμένοι πώς να ριζώσει η αλληλεγγύη;
Μιλλιούνια γέννησε ο κόσμος του πόνου
Κι εγώ τώρα λιγότερο ή πιότερο μόνος;

Θύμηση


Μόνος μου μείνε νόμος
Όνομα μοναδικό
Αναμονή μου μάνα
Μανία μένος μάννα
Διαμονή
Εικόνισμα ακόνισμα
Νόμισμα νέμομαί σου
Νήμα γνέμα
Υπομονή
Ναός αγνάντι
Εμμονή
Ανομία αναπνοή

Μουσική θυμός ορμή
Θάρρος μορφή ρυθμός
Θεός θυμούμαι ορφέας
Όμορφος μορφέας
Θεωρία η θάλασσα

Φοινίκισσα σε νίκησα
Σε κόκκινο φουστάνι
Κωνικό πελασγικό ντυμένη
Ο χρήστης Vinyl Break δεν είναι συνδεδεμένος   Απάντηση με παράθεση
Παλιά 01-08-08, 17:27   #2
Vinyl Break
Μόνιμος Θαμώνας
 
Το avatar του χρήστη Vinyl Break
 
Εγγραφή: 01-10-2006
Ηλικία: 55
Μηνύματα: 3.388
Νίκος Σιδέρης
Γεννήθηκε το 1956
Σπούδασε οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Εξέδωσε δυο ποιητικές συλλογές: Φλεγόμενος Κύκλος (1991), Απόπειρα Ζωής (2007)



Η Νύχτα της Ελένης



Το πρώτο κονσέρτο για πιάνο
του Τσαϊκόφσκι
Η γάτα με τα τρυφερά
νύχια
Ο ίσκιος και ο τοίχος
Η ηχώ της σκιάς του τοίχου
Η ματωμένη νύχτα
Το ματαιωμένο φως

Στο αποκορύφωμα
μαζεύτηκαν τα σύννεφα
Οι Εποχές
Οι πέτρες
Η δίχως ελπίδα απαντοχή
Τα κομμάτια
του κενού και του χρόνου:
τα πρόσωπα ο μόχθος

Όταν άρχισαν να χτυπάνε / τα
τύμπανα
να κραυγάζει το πιάνο
η Ελένη έβαλε τα χέρια
στο πρόσωπο
και έκλαψε

Κάτω στο δρόμο
ήταν πρωί

Οι άνθρωποι
ψωνίζονταν
στο μπακάλικο
ανέμελοι

Οι καμπάνες χτυπούσαν
αναίτια


Αναζητώντας την αιτία της


Κόκκαλο της σουπιάς
μνήμη της θάλασσας
που δεν γνωρίσαμε,
αισθητική της αιωνιότητας
πάνω στην άμμο
της κοσμικής σοφίας

Κόσμε αιώνιος είσαι
στη γαλήνιά σου ακινησία
και στα στοιχειά των στοιχείων σου
που αόρατα κινούνται

Τίποτα δεν φανερώνεται
στων ανθρώπων
το «φαίνεσθαι»
μόνο η σκιά της γλώσσας τους
πάνω στα όντα

που αυτάρκη κι ωστόσο
σύψυχα
ερωτικά
ταξιδεύουν
προς την πηγή τους

Κόσμε αιώνιε
στη διάπυρη συνείδηση,
σχεδιασμένε λογικά
από τη σύμπτωση
παρά-δοξε
παράξενε
ξένε

Βουνά υψώνονται
βουνά καταρρέουν

Θάλαττα! θάλαττα!
πληρώνεις τους πόρους /της
πλίνθου,
χτίζεις το σπίτι σου
για να το
κληροδοτήσεις!

Κόκκαλα ανθρώπων
αιτιώνται την άμμο
της Ιστορίας

Κόσμε αιώνιε
στην καταστροφή σου,
παρακαλώ
παρακαλώ σε
μίλησε για μας!

Εσύ Κόσμε στη διηνεκή
γέννησή σου
παρακαλώ
παρακαλώ σε
εξήγησέ μας
την αιτία μας!


Η αρρώστια σου ήταν το ζεϊμπέκικο του Χάρου


(Στο βάθος της σκηνής η μηχανή,
στην ορχήστρα μόνη,
δακρυσμένη
καρυάτις)

Με ρίζα μοναδική την απελπισία
κατακρημνίζομαι στον αντίποδα
της φύσης,
σΆ αυτό που μισώ πιστεύω,
ναι, είμαι ένοχη!

Τώρα που σκοτεινιάζει ο ουρανός
και γκρεμίζεται ο ναός της ανομίας
παλεύω με τον εχθρό
είμαι υπεύθυνη για τη
σωτηρία του Κόσμου,
είμαι υπεύθυνη για τη σωτηρία μου

Εφευρίσκω θεωρίες
για τις οποίες
άλλοι βραβεύονται,
εφευρίσκω λύσεις,
είμαι η αρχειοφύλακας
του πόνου

Το σταυρό ζητώ,
στο σταυρό πιστεύω
μέσω των προπατόρων
της ηλικίας μου,
ω, ποιος
ποιος θα μΆ αγαπήσει;

Φοβάμαι… παλεύω… τον εχθρό
…κολασμένη άραγε;
είμαι η αυτοφυής συνείδηση,
η κατηγορούσα αρχή,
μόνη εγώ η αληθής
και ρίζα της αυτοθυσίας

Τα σπλάχνα μου κάρπισαν,
τα σπλάχνα μου
εξορύξατε,
να κόψετε το κέρμα
της ανοησίας σας

Είμαι η κατήγορος
και υψώνομαι εν τω σταυρώ
στη σωτηρία
μέσω των προπατόρων
της νεότητάς μου
ω, ποιος
ποιος θα μΆ αγαπήσει;

Πάντα κάτι περισσότερο απαιτείτε
πάντα κάτι αιτιάσθε μη - όντας -
-την - αιτία - ηθελημένα - αγνοώντας

Γνωρίζω το Χριστό,
την ανθρωπότητα,
την Ιστορία
του αίματος
Υπεύθυνη για τη σωτηρία σας
σιωπώ

(Μέσα στη σιωπή της ο Είς μιλεί):
είδωλα ειδώλων, δεν είδατε!
ύμνοι κεκονιαμένοι
δεν είδατε;
όχι εμέ
τα θεμέλιά σας
μιάνατε με αίμα!
ω, ποιος
ποιος θα μΆ αγαπήσει;

Διαβαίνοντας την έρημο
της Ιστορίας
σφραγίζω το αίμα,
το ιερό φυγαδεύω
να μην σκυλέψετε

αφήνω χνάρι στην έρημο,
είμαι ο άνεμος:
θεμέλιο στέρεο
του Κόσμου
και αιτία σας,
γνωρίζω και λέγω:

δεν γνωρίζετε το όνομά μου
δεν γνωρίζετε τη σιωπή

(Η σκηνή αδειάζει, η καρυάτις
στην αγκαλιά του Ενός
επαναλαμβάνει:
δεν γνωρίζετε το όνομά μου
δεν γνωρίζετε τη σιωπή
ο Χριστός γονατίζει στα πόδια
της καρυάτιδος και τα πλένει-
-αυλαία)

Καραγεῶργος Νικόλαος

Ἅδωνις


Ποὺ σὲ κοιτῶ μοῦ ἀρκεῖ
τὸ βράδυ ἐτοῦτο ποὺ ἔνοιωσα νὰ καταυγάζουν οὐρλιάζοντας
τὰ τέκνα σου ἴριδα λεχὼ
ντέφι χτυπώντας καὶ λογιῶ-
-λογιῶ νὰ ἰδεῖς λικνίσματα
παινεύτηκα
πὼς ἐπιτέλους ἀξιώθηκα νὰ σοῦ χαρίσω
τὴ γύμνια τῶν κρίνων ποὺ ὀνειρεύτηκες
Γυναῖκα
συνωμοτώντας μΆ αὐτὴν
ποὺ ἁπλώνει ἡ ἀχρεῖα νωχελικὰ
τὰ χορτασμένα μέλη της αἰώρα
κι ἀκόμα
μὲ τὸν τρελοπουνέντε ποὺ ὁλονυχτὶς
ῥώταε τὶς πόρτες ῥώταε νΆ ἀκοῦν τὰ παραθύρια
εἴδατε τὴ Μελένια μου τὴ μαργαριταρένια μου;
ἀπειλώντας θεοὺς καὶ δαίμονες ὁ ἀθεόφοβος
κι ἐκείνη τὴ Σελήνη ἄ ! δὲ θὰ τὸ πιστέψεις
ποὺ μοῦ ὁρκίζονταν γονυπετὴς στὸ χῶμα
πὼς δὲ λαχτάρησε παρεχτὸς τὸ φίλημά σου τίποτε ἄλλο
μήτε τῶν ἄστρων τὸ ἀσημὶ ποὺ ἔλουζε τὸ δῶμα σκιὲς
ξέρεις ΅κείνες τὶς σουσουράδες
ποὺ ὅλο χαϊδολογοῦσαν ψιθυρίζοντας καὶ ἀσελγώντας
κατὰ φαντασίαν ποιὸς ξέρει τὶ
μήτε καὶ τὸ χρυσάφι ποὺ ἔσταζε
ὠχρὸ μπακίρι ἀπὸ τὴ γῆς
κι ἀλήθεια
τότες ἦταν ποὺ προσγειώθηκε ἀθόρυβα ἡ λευκή
ἡ πιὸ βελούδινη ἀπΆ τὶς ἀγαπησιάρες
ποὺ τέτοιο δώρημα δὲ μοὔλαχε ἀπὸ τότε
ποὺ ἡ μοῖρα μου ὕφανε τὸ πρῶτο της φιλὶ
Ἑταῖρα
κι ἔκτοτε καθρεφτίζομαι Ἅδωνις.


Γενάρης 2006



Γυριννώ


Ἦρθες
σὲ ποθημένον ἔρωτα
ἀφημένη
ἐρόεσσα
κι ἐγὼ σὲ λαχταροῦσα
ὅπως φιλί
ἀνέγγιχτη
ποὺ ἤπιαμε
τρυγώντας δώρα
Ἀλλὰ μᾶς ἦβρε
ἡ χρυσοπέδιλη Ἠὼς
μικρούλα μου
Τὶ κρίμα

Ἡλιούπολη Δεκέμβρης 2005


Ἰντιφάντα


Ἄ, κροταλώντας μου ἔρχεσαι
ῥόγχε τῶν ἀσημάντων,
ὦ συντριφτή, φλογόγλωσσε τῆς ἱστορίας
ποὺ αἱμάσων
πυρέσσεις ποιητή· καὶ φλέγεσαι.

Μὲ τὰ ἐξόριστα μάτια σου ἦπια·
κι ὁσμίστηκα, σΆ αἵματος ῥέων βρύσεις
ἐσέ, Χαλδαίων
πλησίφαε μιγὰ τῆς Παλαιστίνης·
Χανίγια.

Καιρὸς πάει πολὺς ποὺ ἀγάπησες τὴ μοναξιὰ,
ζωσμένος.
Μὰ τὸ ἐφηβικὸ κορμί σου
εὐλογητὰ στέκει προορισμένο,
νὰ τιναχτεῖ στὸ ἀείποτε τῆς λευτεριᾶς.

ΜΆ ἕνα πικρὸ χαμόγελο γιΆ αὐτὰ ποὺ δὲν ἔζησες !

Τὸ χρῆμα


Πῶς θὰ σκοτώσω τοὺς φτωχούς;
Ἕνας τρόπος μοῦ μένει·
νὰ σκοτώσω τὸ χρῆμα.

Γιατὶ ὅταν πεθαίνουν οἱ θεοί,
πεθαίνουν καὶ οἱ πιστοί.

Ἄς τοὺς πεθάνουμε λοιπόν.
Ὄχι ἐν μέρει. Ὁλότελα.

Κι ὅταν γενοῦν πλούσιοι οἱ φτωχοί,
τοὺς δίνουμε ἄλλους θεούς.
Στέρηση δὲν τοὺς πρέπει.

Τόσους καὶ τόσους φτιάξαμε ὡς τώρα.
Θὰ κάνουμε κάτι καὶ γιΆ αὐτούς.

Καὶ πληρωμὴ μὴ στέρξουν νὰ σκεφθοῦν·
γιατὶ τὸ χρῆμα πιὰ δὲ θὰ ὑπάρχει.

Θὰ μένει μόνο ἡ Χρεία. Γιὰ τοὺς νεώτερους - ἀνάγκη.
Καὶ ἀπὸ τούτη ἄλλο τίποτα.
Ὅλων οἱ τσέπες των γεμάτες.

Ηλίας Γιαννίρης


Γεννήθηκε το 1952 στην Αθήνα.
Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Απαλού» (εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1991)



Δον Κιχώτης



Ο καβαλάρης
Πάνοπλος, σαν ιππότης του μεσαίωνα
Με σφύρα και περικεφαλαία
Βγήκε από το βυθό περπατώντας βαριά.

Το νερό έτρεχε από τις κλειδώσεις της πανοπλίας
Μαζί με φύκια και ψάρια.
Στο λοφίο του ήταν καρφωμένος ένας αστερίας.

Οι λουόμενοι της αμμουδιάς του Ενετικού Κάστρου
Κοίταζαν εκστατικοί και άφωνοι
Αυτό το δύτη.

Ο καβαλάρης
Γύρισε μουγκρίζοντας και έδειξε σε όλους
Το οικόσημο που ήταν σφυρηλατημένο στο στήθος του.

Ύστερα με τρομερό θόρυβο έτρεξε προς το μονοπάτι,
Γράπωσε από το χαλινάρι το γάιδαρο του σκουπιδιάρη της παραλίας,
Πέταξε τα δυο κουτιά,
Τον καβάλησε
Και έφυγε προς τους λόφους
Με τα πόδια του να ακουμπούν σχεδόν στο χώμα
σα Δον Κιχώτης

Τικ-Τακ

Παιδικό παραμύθι



Περπατώ-περπατώ στη μοκέτα
Όταν ο λύκος δεν είναι εδώ

Τικ-τακ, τικ-τακ
Κάνει κούνια η κοπέλα
Κάνει κούνια η κοπέλα

Φτάνω στο παράθυρο και κοιτάζω έξω
Τι είναι έξω;
Τι έχει έξω;

Έξω απ το παράθυρο έχει φυτά
Ένα φίκο μπένζαμιν μια λεμονιά
Ένα πουλάκι που κελαϊδάει
Ένα σύννεφο που περνάει

Περπατώ-περπατώ στη φλοκάτη
Όταν ο λύκος δεν είναι εδώ.

Τικ-τακ, τικ-τακ
Κάνει κούνια η κοπέλα
Κάνει κούνια η κοπέλα

Πέφτω στο κρεβάτι μου και κοιμάμαι
Τι είναι μέσα;
Τι έχει μέσα;

Τα όνειρά μου έχουν χρώματα
Αυτό το λουλούδι το λεω μπί
Εκείνο το βότσαλο το λεω κάι
Να κι ένα δέντρο, το φλαμπί

Τα όνειρά μου είναι σαν να κοιτάζω έξω
Μέσα από την κλειδαρότρυπα του γλυκού
Τις πεταλούδες
Τα πουλάκια
Τα σύννεφα
Τα χρώματα σου

Περπατώ-περπατώ στο χαλάκι
Όταν ο λύκος δεν είναι εδώ

Τικ-τακ, τικ-τακ
Κάνει κούνια η κοπέλα
Κάνει κούνια η κοπέλα

Βλέπω παντού τριγύρω μου
Τι είναι εδώ;
Τι έχει εδώ;

Γύρω μου έχει Σχήματα παράξενα
παντού δική μου ομορφιά
Μελιτζάνα, αχλάδι, μήλα
κασέτες, πλυντήριο, ζυγαριά

χωρίς τέλος...
χωρίς τέλος...


Έρωτας


Ψαύω τα πλευρά μου
Πλευρά καϊκιού

Σε δέχομαι στο πέος μου
Ιστίο

Τα χέρια σου ακουμπούν στο θώρακά μου
Σκοινιά

Τα χέρια μου ακουμπούν τα χέρια σου
¶λλα σκοινιά

Τα μάτια σου, τα μάτια μου
Μάτια της πλώρης

Τα πόδια μας οδηγούν
Τιμόνι

Αρμενίζεις τον έρωτά μας
Πανάκι

Τα μαλλιά σου κινείς
Σημαία

Το σεντόνι ανασαλεύει
Θάλασσα
Ο χρήστης Vinyl Break δεν είναι συνδεδεμένος   Απάντηση με παράθεση
Απάντηση στο θέμα


Συνδεδεμένοι χρήστες που διαβάζουν αυτό το θέμα: 1 (0 μέλη και 1 επισκέπτες)
 
Εργαλεία Θεμάτων
Τρόποι εμφάνισης

Που θέλετε να σας πάμε;


Όλες οι ώρες είναι GMT +3. Η ώρα τώρα είναι 14:29.


Copyright ©2011, 124sold.gr Online Auctions - Copyright ©2000 - 2009 Jelsoft Enterprises Limited - Forum by vBulletin Version 3.8.2
Απαγορεύεται η ολική ή μερική αναπαραγωγή της σελίδας και/ή των περιεχομένων της χωρίς την σαφή αναφορά του 124sold.gr ως πηγή.